Meaning of καταφυγή | Babel Free
Ορισμοί
- η αναζήτηση προστασίας, ασφάλειας ή βοήθειας
- γυναικείο όνομα
- κάποιος ή κάτι στο οποίο προστρέχει, καταφεύγει κανείς (για αναζήτηση των παραπάνω)
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Καταφυγής)
Παραδείγματα
“η φαντασία μας συχνά λειτουργεί σαν καταφυγή από τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου που μας περιβάλουν”
“η καταφυγή του στον τοπικό βουλευτή δεν είχε το το ευεργετικό για αυτήν αποτέλεσμα που ανέμενε”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.