Meaning of καταυλισμός | Babel Free
/ka.ta.vliˈzmos/Ορισμοί
η (συνήθως πρόχειρη και προσωρινή) εγκατάσταση και κατοίκηση κάποιων σε έναν (υπαίθριο) τόπο καθώς και ο τόπος της κατοίκησης αυτής
Ισοδύναμα
English
camp
Παραδείγματα
“※ Περάσανε μια νύχτα στον μικρό καταυλισμό στο τελευταίο φυλάκιο, ζεσταθήκανε στα καλύβια, ξεκουράστηκαν. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι'])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.