HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατασχεθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. αυτός που έχει κατασχεθεί, ο κατασχεμένος, (λόγιος τύπος της καθαρεύουσας, μετοχη αορίστου της παθητικής φωνής του ρήματος κατάσχω)
    formal
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
  3. θα κατασχεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατάσχωμαι

Παραδείγματα

“η κατασχεθείσα περιουσία”
“το καρασχεθέν ακίνητο”
“τα κατασχεθέντα κλοπιμαία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατασχεθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course