Meaning of κατασχεθείς | Babel Free
Ορισμοί
-
αυτός που έχει κατασχεθεί, ο κατασχεμένος, (λόγιος τύπος της καθαρεύουσας, μετοχη αορίστου της παθητικής φωνής του ρήματος κατάσχω) formal
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
- θα κατασχεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατάσχωμαι
Παραδείγματα
“η κατασχεθείσα περιουσία”
“το καρασχεθέν ακίνητο”
“τα κατασχεθέντα κλοπιμαία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.