Meaning of κατασταλαγμένος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που έχει κατασταλάξει
- για υγρό στο οποίο έχουν κατακαθίσει οι στερεές ουσίες που περιέχει
-
για πρόσωπο που έχει καταλήξει σε κάποια οριστική απόφαση ή που έχει διαμορφώσει άποψη για κάποιο θέμα figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.