Meaning of κατασιγαστώ | Babel Free
/ka.ta.si.ɣaˈsto/Ορισμοί
α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του κατασιγάζω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως κατασιγαστώ (υποτακτική αορίστου)”
“θα κατασιγαστώ (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
“άλλες μορφές: κατασιγασθώ (λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.