Meaning of καταρτιστεί | Babel Free
/ka.taɾ.tiˈsti/Ορισμοί
- απαρέμφατο παθητικού αορίστου του καταρτίζω
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του καταρτίζω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως καταρτιστεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα καταρτιστεί (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.