Meaning of καταρτίσει | Babel Free
/ka.taɾˈti.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως καταρτίσει (υποτακτική αορίστου)”
“θα καταρτίσει (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.