HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταρρακτώδης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

που μοιάζει με καταρράκτη, που έχει τις ιδιότητες του καταρράκτη (ως προς την ορμή και την ποσότητα)

Ισοδύναμα

English Torrential

Παραδείγματα

“※ Αλλά μόλις είχαμε φθάσει πίσω από τις κορφές άρχισε πάλι καταρρακτώδης βροχή. Γίναμε μούσκεμα. (Γεώργιος Ευθ. Χαροκόπου, Η απαγωγή του στρατηγου Κράιπε, εκδ. Ίδη, 1981, σελ. 221)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταρρακτώδης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course