Meaning of καταπληγώσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
- θα καταπληγώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταπληγώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.