Meaning of καταπιάνομαι | Babel Free
/ka.taˈpça.no.me/Ορισμοί
ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι
Ισοδύναμα
English
attack
Παραδείγματα
“καταπιάστηκαν αρκετοί με το βικιλεξικό και μεγάλωσε το λημματολόγιο”
“※ Ο Σωτήρης καταπιάστηκε να φτιάξει μια χαλασμένη πρίζα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.