Meaning of καταπίστευμα | Babel Free
/ka.taˈpi.steѵ.ma/Ορισμοί
- κάτι που εμπιστεύεται κάποιος σε άλλον
- δικαίωμα καθορισμού απώτερου κληρονόμου σε περίπτωση θανάτου του πρώτου - αρχικού
Ισοδύναμα
English
trust
Παραδείγματα
“Η εξουσία πρέπει να ασκείται ως καταπίστευμα του λαού.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.