Meaning of κατανεμηθείς | Babel Free
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κατανέμω: κατανεμημένος, που κατανεμήθηκε, μοιράστηκε, formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του κατανέμω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.