Meaning of καταναλωθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που καταναλώθηκε, που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
- θα καταναλωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταναλώνομαι
Παραδείγματα
“οι καταναλωθείσες ποσότητες, πρώτες ύλες κ.λπ.”
“οι καταναλωθέντες όγκοι (υλικών), πόροι, υδατάνθρακες κ.λπ.”
“τα καταναλωθέντα τρόφιμα, υλικά κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.