HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταναλωθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που καταναλώθηκε, που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
  3. θα καταναλωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταναλώνομαι

Παραδείγματα

“οι καταναλωθείσες ποσότητες, πρώτες ύλες κ.λπ.”
“οι καταναλωθέντες όγκοι (υλικών), πόροι, υδατάνθρακες κ.λπ.”
“τα καταναλωθέντα τρόφιμα, υλικά κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταναλωθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course