Meaning of καταναγκάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
- θα καταναγκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταναγκάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.