HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατανάλωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ka.taˈna.lo.si/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταναλώνω, η αγορά και χρήση προϊόντων, υπηρεσιών
  2. ξόδεμα, δαπάνη
  3. η αποδοχή μιας προβαλλόμενης ιδέας που προορίζεται για να κατευνάσει ή να ικανοποιήσει συγκεκριμένη μερίδα πληθυσμού
    figuratively

Ισοδύναμα

English consumption

Παραδείγματα

“※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)”
“※ Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“Η νέα ηλεκτρικη κουζίνα μου έχει μικρή κατανάλωση”
“Αυτά δεν μπορούν να σταθούν σε διεθνείς συνδιασκέψεις -ο έλληνας πρωθυπουργός τα λέει για εσωτερική κατανάλωση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατανάλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course