Meaning of καταμετρηθείς | Babel Free
Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος καταμετρώ καταμετρημένος, που καταμετρήθηκε
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του καταμετρώ / καταμετράω
Παραδείγματα
“οι καταμετρηθέντες σταυροί προτίμησης”
“οι καταμετρηθείσες ψήφοι”
“τα καταμετρηθέντα ψηφοδέλτια”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.