HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταμετρηθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος καταμετρώ καταμετρημένος, που καταμετρήθηκε
  2. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του καταμετρώ / καταμετράω

Παραδείγματα

“οι καταμετρηθέντες σταυροί προτίμησης”
“οι καταμετρηθείσες ψήφοι”
“τα καταμετρηθέντα ψηφοδέλτια”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταμετρηθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course