HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καταλύτης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. ουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια
  2. κάποιος που καταλύει, που καταστρέφει
  3. οτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας
    broadly
  4. εξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων

Ισοδύναμα

35 more languages
Češtinakatalyzátor
ગુજરાતીઉદ્દીપક
हिन्दीउत्प्रेरक
Bahasa Indonesiakataliskatalisator
한국어촉매
Te Reo Māoriwhākōkī
Македонскикатализатор
Bahasa Melayumangkin
Nederlandskatalysator
Românăcatalizator
Українськакаталізатор

Παραδείγματα

“η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καταλύτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free