Meaning of καταλύτης | Babel Free
Ορισμοί
- ουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια
- κάποιος που καταλύει, που καταστρέφει
-
οτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας broadly
- εξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η παραίτηση του βουλευτή λειτούργησε ως καταλύτης των πολιτικών εξελίξεων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.