καταλύτης
Ορισμοί
- ουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια
- κάποιος που καταλύει, που καταστρέφει
-
οτιδήποτε συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας broadly
- εξάρτημα των κινητήρων που λειτουργούν με αμόλυβδη βενζίνη· παρεμβάλλεται στην εξάτμιση και μειώνει την τοξικότητα των εκπεμπόμενων καυσαερίων
Ισοδύναμα
35 more languages
Catalàcatalitzador
Češtinakatalyzátor
Danskkatalysator
Ελληνικάδραστικοποιητής
Galegocatalizador
ગુજરાતીઉદ્દીપક
हिन्दीउत्प्रेरक
Magyarkatalizátor
Հայերենկատալիզատոր
Italianoaiutanteammaestratoreammaliatorecatalizzatorefacilitatoreincoraggiatoreingannatoreseduttoretentatore
ქართულიკატალიზატორი
한국어촉매
Te Reo Māoriwhākōkī
Македонскикатализатор
Bahasa Melayumangkin
Nederlandskatalysator
Românăcatalizator
Svenskakatalysator
తెలుగుఉత్ప్రేరకం
ไทยตัวเร่ง
Українськакаталізатор
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free