Meaning of καταλυτικός | Babel Free
Ορισμοί
- καταστροφικός
- σχετικός με νηστεία, επιτρεπόμενος σε βρώση
- σχετικός με τους καταλύτες, ουσίες που επιταχύνουν μια χημική αντίδραση
- που έχει καταλύτη στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων
-
που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διαδικασίας figuratively
- εξαιρετικά αυστηρός
Παραδείγματα
“καταλυτικός κινητήρας, καταλυτικό αυτοκίνητο”
“η παρέμβαση αυτού του ομιλητή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην συνέχεια της συζήτησης”
“καταλυτική κριτική”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.