Meaning of καταλυματίας | Babel Free
/ka.ta.li.maˈti.as/Ορισμοί
-
τίτλος αξιωματικού του οικονομικού κλάδου του στρατού τον 19ο αιώνα, αντίστοιχος του υπολοχαγού Katharevousa
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Ἐπιβλέπων τὸν διορισμὸν τῶν καταλυμάτων, ὁ καταλυματίας βεβαιοῦται ἂν αὐτὰ διορίζωνται ἐν τρόπῳ ὥστε ἕκαστος τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ τάγμα λόχων νὰ μένῃ ἡνωμένος μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ εἰς οἰκήματα πλησιόχωρα, καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὀδοῦ ἢ ἐν τῇ αὐτῇ συνοικίᾳ κείμενα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.