HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταλογίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/ka.ta.loˈʝi.zo/

Ορισμοί

  1. αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη
  2. λογαριάζω σε βάρος κάποιου
  3. χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτώνω ευθύνη, τέλη, έξοδα κ.λπ.
  4. γράφω στον κατάλογο, ταξινομώ και αναθέτω

Παραδείγματα

“※ Αν και τασσόταν στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης του Μαυροκορδάτου, δεν δίσταζε να της καταλογίζει και ευθύνες. (Νίκος Θέμελης (2014). Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])”
“λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταλογίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course