Meaning of καταλογίζω | Babel Free
/ka.ta.loˈʝi.zo/Ορισμοί
- αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη
- λογαριάζω σε βάρος κάποιου
- χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτώνω ευθύνη, τέλη, έξοδα κ.λπ.
- γράφω στον κατάλογο, ταξινομώ και αναθέτω
Παραδείγματα
“※ Αν και τασσόταν στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης του Μαυροκορδάτου, δεν δίσταζε να της καταλογίζει και ευθύνες. (Νίκος Θέμελης (2014). Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])”
“λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.