καταληψία
Ορισμοί
παθολογική κατάσταση που μοιάζει με ύπνωση, κατά την οποία ο ασθενής δεν κινείται αυτοβούλως και το σώμα ή τα μέλη του μπορεί να λάβουν παράδοξες στάσεις· αν και γενικά τα άτομο που την παρουσιάζει δεν έχει αντίληψη μέσω των αισθήσεων, υπάρχουν διάφορες εκδηλώσεις υστερικού τύπου· μπορεί να εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, ως σύμπτωμα διάφορων νευρολογικών διαταραχών, όπως η επιληψία και το Πάρκινσον
Ισοδύναμα
13 more languages
العربيةتخشب
Češtinakatalepsie
Esperantokatalepsio
Suomikatalepsia
日本語カタレプシー
한국어강경증
Polskikatalepsja
Portuguêscatalepsia
Românăcatalepsie
Русскийкаталепси́я
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free