Meaning of Καταλανός | Babel Free
/ka.ta.laˈnos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που κατάγεται από την Καταλονία ή κατοικεί εκεί
Ισοδύναμα
English
Catalan
Παραδείγματα
“※ Το βυζαντινό κτίριο μέσα στο οποίο φυλάσσονται πολύτιμα κειμήλια από δωρεές αυτοκρατόρων αναστηλώθηκε εξ ολοκλήρου από την καταλανική κυβέρνηση ως συμβολική αποζημίωση για τις καταστροφές που προκάλεσαν στο Βατοπαίδι αλλά και σε ολόκληρη τη Χαλκιδική οι Καταλανοί μισθοφόροι το 1305.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.