Meaning of κατακυρωθείς | Babel Free
Ορισμοί
που κατακυρώθηκε, που είναι πλέον απολύτως αναγνωρισμένο, επικυρωμένο, που έγινε αντικείμενο πλειστηριασμού και δοθηκε στον πλειοδότη, που κατόπιν εκδίκασης σχετικής υπόθεσης αποδόθηκε επισήμως σε κάποιον
Παραδείγματα
“το κατακυρωθέν ακίνητο / το κατακυρωθέν γκολ”
“οι κατακυρωθέντες διαγωνισμοί”
“η κατακυρωθείσα αξία, δαπάνη, προσφορά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.