HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατακυρωθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

που κατακυρώθηκε, που είναι πλέον απολύτως αναγνωρισμένο, επικυρωμένο, που έγινε αντικείμενο πλειστηριασμού και δοθηκε στον πλειοδότη, που κατόπιν εκδίκασης σχετικής υπόθεσης αποδόθηκε επισήμως σε κάποιον

Παραδείγματα

“το κατακυρωθέν ακίνητο / το κατακυρωθέν γκολ”
“οι κατακυρωθέντες διαγωνισμοί”
“η κατακυρωθείσα αξία, δαπάνη, προσφορά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατακυρωθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course