Meaning of κατακτήσει | Babel Free
/ka.taˈkti.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
- θα κατακτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατακτώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.