Meaning of κατακρεουργημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει κατακρεουργηθεί κυριολεκτικά
-
που έχει κατακρεουργηθεί, κατατμηθεί, έχουν αφαιρεθεί τμήματά του, έχει αλλοιωθεί σημαντικά (π.χ. σε μια εφημερίδα όπου δεν χωράει ένα εκτενές ρεπορτάζ και πετσοκόβεται) figuratively
Παραδείγματα
“το κατακρεουργημένο πτώμα”
“το κατακρεουργημένο κείμενο/η κατακρεουργημένη διάλεξη/εισήγηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.