HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατακρεουργημένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει κατακρεουργηθεί κυριολεκτικά
  2. που έχει κατακρεουργηθεί, κατατμηθεί, έχουν αφαιρεθεί τμήματά του, έχει αλλοιωθεί σημαντικά (π.χ. σε μια εφημερίδα όπου δεν χωράει ένα εκτενές ρεπορτάζ και πετσοκόβεται)
    figuratively

Παραδείγματα

“το κατακρεουργημένο πτώμα”
“το κατακρεουργημένο κείμενο/η κατακρεουργημένη διάλεξη/εισήγηση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατακρεουργημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course