Meaning of κατακεραυνώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
κεραυνοβολώ literally
-
με αυστηρότητα επιτιμώ κάποιον (με λόγια, κινήσεις ή συμπεριφορά), τον δυσαρεστώ και τον αφήνω άναυδο, χωρίς περιθώρια αντίδρασης figuratively
Παραδείγματα
“※ χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.