HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταδρομικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τις καταδρομές ή που χρησιμοποιείται γι' αυτές
  2. ο κατάδρομος ιχθύς, το κατάδρομο ψάρι
    neologism
  3. καταδρομικό

Παραδείγματα

“καταδρομικές επιχειρήσεις, καταδρομικά πλοία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταδρομικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course