Meaning of καταδικασθείς | Babel Free
/ka.ta.ði.kaˈsθis/Ορισμοί
-
που καταδικάστηκε σε δικαστήριο formal
-
β΄ πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του ρήματος καταδικάζω formal
Παραδείγματα
“ο καταδικασθείς σε 20ετή κάθειρξη”
“η καταδικασθείσα άσκησε έφεση”
“Εκτελέστηκαν τελικά οι καταδικασθέντες για ληστεία! (εκείνοι που είχαν καταδικαστεί)”
“Αθώους έκρινε ο Άρειος Πάγος τους καταδικασθέντες σε θάνατο κατά τη «Δίκη των Έξι» μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μετά από αίτηση για αναψηλάφηση της δίκης από τον εγγονό ενός από τους καταδικασθέντες”
“λογιότερη μορφή του καταδικαστείς”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.