Meaning of καταδέχομαι | Babel Free
Ορισμοί
- δέχομαι να κάνω κάτι που ταιριάζει σε θέση κατώτερη από αυτήν που έχω ή θεωρώ ότι μου αξίζει
- δέχομαι να έρθω σε επαφή με άλλους ανθρώπους
Ισοδύναμα
English
Deign
Παραδείγματα
“Για δες την κόμισσα! Δεν καταδέχεται ούτε το πιάτο της να σηκώσει από το τραπέζι”
“Από τότε που κέρδισε το λαχείο ο Γιωργάκης, δεν μας καταδέχεται πια ...”
“Μπα! Τρία χρόνια είχαμε να σε δούμε. Πώς και μας καταδέχτηκες;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.