Meaning of καταγόμενος | Babel Free
/ka.taˈɣo.me.nos/Ορισμοί
- που κατάγεται από κάποιον τόπο
- που κατάγεται από κάποια οικογένεια ή φυλή
- που αποτελεί εξέλιξη κάποιου πράγματος
Παραδείγματα
“Ως καταγόμενη από ορεινό χωριό, δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα.”
“Τα καταγόμενα από την Αυστραλία δέντρα ήρθαν πρόσφατα στην Ευρώπη.”
“Αν και καταγόμενος από εύπορη οικογένεια, δεν κατάφερε να σπουδάσει.”
“Είχαν διάφορα προνόμια, ως καταγόμενοι από αριστοκρατική γενιά.”
“Τα κάλαντα είναι έθιμο καταγόμενο από το τις ρωμαϊκές γιορτές των καλενδών.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.