Meaning of καταγγελθείς | Babel Free
/ka.taŋˈɟel.θis/Ορισμοί
- που τον έχουν καταγγείλει, τον έχουν κατηγορήσει είτε στις επίσημες αρχές είτε σε μέσα μαζικής ενημέρωσης
- β΄ πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του ρήματος καταγγέλλω
- που τον έχουν παρουσιάσει ως άκυρο σε κάποια νομική αρχή, που τον αμφισβητούν
Παραδείγματα
“οι καταγγελθέντες για παραβίαση του νόμου περί καπνίσματος...”
“οι καταγγελθείσες συμβάσεις”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.