Meaning of κατάφρακτος | Babel Free
/kaˈta.frak.tos/Ορισμοί
- ο πολύ καλά προστατευμένος από θώρακα, πανοπλία
- ονομασία στρατιωτικών μονάδων των Πάρθων γύρω στο 300 π.Χ.
- ονομασία του βαρέος ιππικού του Βυζαντίου μετά το 900 μ.Χ.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.