Meaning of κατ' αποκοπή | Babel Free
/kat‿apokoˈpi/Ορισμοί
- πληρωμή (το ύψος της οποίας καθορίζεται εκ των προτέρων) για το σύνολο επιμέρους εργασιών, παροχής υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών
- η αποκλειστική απασχόληση σε κάποιον τομέα ή έργο
Παραδείγματα
“※ Η Κομισιόν ζητά από το Δικαστήριο να επιβάλει πρόστιμα με ένα κατ' αποκοπή ποσό ύψους 11.514.081 ευρώ και ημερήσια χρηματική ποινή 47. 462 ευρώ, έως ότου τηρηθούν οι υποχρεώσεις. (@enet.gr)”
“※ Η αμοιβή σε ευρώ (κατ' αποκοπή) ανά ανθρωποημέρα ορίζεται στα : 132 €/ανθρωποημέρα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.