Meaning of Καστανιώτης | Babel Free
/ka.staˈɲo.ti.s/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Καστανάς, Καστανιά ή Καστανιές ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.