Meaning of Κασαποπούλλου | Babel Free
Ορισμοί
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κασαπόπουλλος, ιδιωματική μορφή του Χασαποπούλου idiomatic
-
γενική ενικού του Κασαπόπουλλος formal
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: Κασαπόπουλλου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.