Meaning of καρφώσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
- θα καρφώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καρφώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.