HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρφωμένος

Ρήμα CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει καρφωθεί
  2. στερεωμένος με καρφί
  3. ακινητοποιημένος, καθηλωμένος
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishNailed
Italianoinchiodato
2 more languages
Ελληνικάκαρφώνομαι
Latinaclavatus

Παραδείγματα

“※ Είχε καρφωμένα τα μάτια του στην πόρτα και με περίμενε. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρφωμένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free