Meaning of καρυάτιδα | Babel Free
/ka.ɾiˈa.ti.ða/Ορισμοί
- αρχιτεκτονική, γλυπτική) γυναικείο άγαλμα που χρησιμεύει ως κίονας στηρίζοντας τον θριγκό ενός οικοδομήματος
-
λυγερόκορμη γυναίκα figuratively
Ισοδύναμα
English
Caryatid
Παραδείγματα
“※ Οι δυο εξαιρετικής τέχνης καρυάτιδες από θασίτικο μάρμαρο που αποκαλύφθηκαν μόλις το απόγευμα του Σαββάτου 6 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της συνέχισης των ανασκαφικών εργασιών στην Αμφίπολη αναμφίβολα εντυπωσιάζουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας διαπίστωσαν ότι οι εσωτερικοί βραχίονες των Καρυάτιδων δεν στήριζαν το επιστύλιο κι αυτό γιατί δεν παρατηρούνται σύνδεσμοι μολυβδοχόησης, ούτε επεξεργασία της κάτω επιφάνειας του επιστυλίου ώστε να δικαιολογείται η άποψη της στήριξης. (*)”
“※ Στο Μουσείο έχει ξεκινήσει η εφαρμογή ενός προγράμματος συντήρησης και αποκατάστασης των Καρυατίδων του Ερεχθείου. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.