HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρυάτιδα

Ουσιαστικό CEFR B2
ka.ɾiˈa.ti.ða

Ορισμοί

  1. αρχιτεκτονική, γλυπτική) γυναικείο άγαλμα που χρησιμεύει ως κίονας στηρίζοντας τον θριγκό ενός οικοδομήματος
  2. λυγερόκορμη γυναίκα
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishCaryatid
Españolcariátide
10 more languages
Češtinakaryatida
DeutschKaryatide
ΕλληνικάΚαρυάτις
Italianocariatide
Nederlandskariatide
Polskikariatyda
Portuguêscariátide
Русскийкариати́да
Українськакаріатида

Παραδείγματα

“※ Οι δυο εξαιρετικής τέχνης καρυάτιδες από θασίτικο μάρμαρο που αποκαλύφθηκαν μόλις το απόγευμα του Σαββάτου 6 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της συνέχισης των ανασκαφικών εργασιών στην Αμφίπολη αναμφίβολα εντυπωσιάζουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας διαπίστωσαν ότι οι εσωτερικοί βραχίονες των Καρυάτιδων δεν στήριζαν το επιστύλιο κι αυτό γιατί δεν παρατηρούνται σύνδεσμοι μολυβδοχόησης, ούτε επεξεργασία της κάτω επιφάνειας του επιστυλίου ώστε να δικαιολογείται η άποψη της στήριξης. (*)”
“※ Στο Μουσείο έχει ξεκινήσει η εφαρμογή ενός προγράμματος συντήρησης και αποκατάστασης των Καρυατίδων του Ερεχθείου. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρυάτιδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free