Meaning of καρποφαγία | Babel Free
Ορισμοί
- το να τρώει κάποιος καρπούς
-
η διατροφή χωρίς κρέας, η χορτοφαγία especially
Παραδείγματα
“※ Η από της κρεοφαγίας εις την καρποφαγίαν δολιχοδρομία είνε παράλληλος τῃ από της δουλείας εις την ελευθερίαν”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.