Meaning of καροτσιέρης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο (συνήθως επαγγελματίας) οδηγός καρότσας (ιππήλατης άμαξας) ή κάρου επιβατικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.