Meaning of καρμανιόλα | Babel Free
/kaɾ.maˈɲo.la/Ορισμοί
- η λαιμητόμος
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Καρμανιόλας)
- πόλη της Ιταλίας
-
το επικίνδυνο σημείο για τη ζωή του ατόμου ή των ατόμων, συνήθως για οδηγούς figuratively
-
χειροκίνητο ψαλίδι ευθείας κοπής μεταλλικών ελασμάτων familiar
-
κόλπο, στημένη παρτίδα από συνεννοημένους απατεώνες για να πάρουν τα χρήματα του θύματος
familiar
-
πανάκριβο κέντρο διασκέδασης familiar
- παρωχημένο, ιστορία γαλλικό τραγούδι και χορός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η καρμανιόλα στήνεται, η καρμανιόλα σφάζει, η καρμανιόλα περπατεί κι’ ο κόσμος κάνει χάζι.”
The carmagnole is built, the carmagnole will slit the carmagnole is walking with all the people watching.
“Αυτή η επικίνδυνη στροφή είναι πραγματνική καρμανιόλα. Σκοτώθηκαν πολλοί οδηγοί εδώ.”
This turn is a real carmagnole. Many drivers were killed here.
“η διασταύρωση της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας είναι καρμανιόλα, καθώς γίνονται εκεί πολύ συχνά τροχαία δυστυχήματα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.