Meaning of καρκινοειδές | Babel Free
Ορισμοί
ομάδα αρθρόποδων, που περιλαμβάνει ζώα όπως τα καβούρια, τους αστακούς, οι καραβίδες, οι γαρίδες, κριλ κ.ά.
Ισοδύναμα
English
carcinoid
Παραδείγματα
“※ Τρυπά το θύμα του με κεντριά σαν υποδερμικές βελόνες, ρίχνει το φαρμάκι του και περιμένει τη σάρκα να υγροποιηθεί ώστε να τη ρουφήξει σαν μιλκσέικ. Ακούγεται σαν τέρας από ταινία φαντασίας, είναι όμως το πρώτο γνωστό καρκινοειδές που παράγει δηλητήριο. (εφ. Το Βήμα, 23.12.2013)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.