HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρκαλέτσι

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. ακρίδα (σε χρήση στην Ήπειρο, σε περιοχές με επαφή με την αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα)
    idiomatic
  2. επίμονος βήχας, ο κοκκύτης, αναφερόμενος και ως κάρκαλος ή καρκαλέτζης
  3. ο ψηλός και κάτισχνος άνθρωπος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Ιούνιος 1932, Στα Μέγαρα έπεσαν σύννεφα από καρκαλέτσια (ακρίδες) φάγανε όλα τα αμπέλια των Μεγάρων (Ιστορία των Μεγάρων.)”
“※ Και όμως προ ολίγων ετών ένα νήπιον, ενώ ευρίσκετο εις τους αγρούς με τους γονείς του, στην περιοχή της Κοζάνης, μόλις είδε ένα σμήνος αεροπλάνων φώναξε «Μάνα! καρκαλέτσια!». Στην περιοχή δε εκείνη η λέξη καρκαλέτσια σημαίνει ακρίδες. (Στέργιος Ν. Σάκκος, Ομότιμος Καθηγητής Εισαγωγής & Ερμηνείας Καινής Διαθήκης Α.Π.Θ. († 2012) χξς’ – Το όνομα του Αντιχρίστου (Αποκ. 13,18) 21 Μαρτίου 2013 https://web.archive.org/web/20210515080817/https://www.pemptousia.gr/2013/03/chxs-to-onoma-tou-antichristou-apok-1318/)”
“※ ο επίμονος και ιδιόρρυθμος βήχας, που σε περίοδο παροξυσμού κόβει την ανάσα, κάνει τη διαφορά και οδηγεί όλους στην ασφαλή διάγνωση: Καρκαλέτσι. Αλλιώς καρκαλιάς. (Χρήστος Αρ. Παπακίτσος, Το καρκαλέτσι και τα γιατροσόφια του , Τζουμερκιώτικα Χρονικά, σελ. 28, 2012)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρκαλέτσι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free