Meaning of Καριτσιώτης | Babel Free
/ka.ɾiˈt͡sço.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Καρίτσα ή κατοικεί εκεί (θηλυκό Καριτσιώτισσα) demonym
- ανδρικό επώνυμο
- ποταμός της Ευρυτανίας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.