Meaning of καρδινάλιος | Babel Free
/kaɾ.ðiˈna.li.os/Ορισμοί
- κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας σε ανώτατη βαθμίδα. Από το σώμα των καρδιναλίων με εσωτερική ψηφοφορία εκλέγεται ο πάπας
- πουλί της οικογένειας των Καρδιναλιδών (Cardinalidae)
Ισοδύναμα
English
cardinal
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.