Meaning of καρβουνιάρη | Babel Free
Ορισμοί
- καρβουνιάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καρβουνιάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καρβουνιάρης accusative, genitive, singular, vocative
- καρβουνιάρης, στην αιτιατική του ενικού
- καρβουνιάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.