HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρβονικό οξύ | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

οποιοδήποτε οργανικό οξύ που οφείλει τις όξινες ιδιότητές του στο ότι στο μόριό του περιέχονται μία ή περισσότερες ομάδες καρβοξυλίου (-COOH). Αν στο μόριο υπάρχει μιά μόνο ομάδα, το οξύ ονομάζεται μονοκαρβονικό, αν υπάρχουν περισσότερες της μιας τέτοιες ομάδες, το οξύ ονομάζεται δικαρβονικό, τρικαρβονικό κ.λπ. ή, γενικότερα, πολυκαρβονικό

Ισοδύναμα

English carboxylic acid

Παραδείγματα

“Το αιθανικό οξύ είναι ένα καρβονικό οξύ.”

Acetic acid is a carboxylic acid.

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρβονικό οξύ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course