καρβαχόλη
Ορισμοί
συνθετική φαρμακευτική ουσία με ισχυρή χολινεργική δράση, η οποία —λειτουργώντας ως διεγέρτης του παρασυμπαθητικού συστήματος— αξιοποιείται στην οφθαλμολογία για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την πρόκληση μύσης
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free