Meaning of καραφλιάζω | Babel Free
Ορισμοί
- αποκτώ φαλάκρα
-
εκπλήσσομαι από κάτι που θεωρώ παράλογο, ασυνάρτητο, εξωφρενικό. slang
-
προκαλώ σε κάποιον έκπληξη με κάτι παράλογο κλπ. slang
Παραδείγματα
“Πάχυνε, καράφλιασε, έγινε αγνώριστος.”
“Καράφλιασα, σου λέω. Με τρέλανε στο μπαλαμούτι.”
“Τι ήταν αυτό που είπες! Μας καράφλιασες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.