Meaning of καρατομήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρατομώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
- θα καρατομήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καρατομώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.